Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

60 XPONIA AΠO THN IΔPYΣH TOY IΣPAHΛ

ρίζες της αδικίας σε βάρος των Παλαιστινίων

Το κράτος του Ισραήλ ιδρύθηκε πριν 60 χρόνια με ένα τερατώδες έγκλημα: τον διωγμό σχεδόν ενός εκατομμυρίου Παλαιστινίων από τα σπίτια του.

Οι Παλαιστίνιοι περιγράφουν αυτό το διωγμό με την αραβική λέξη «Νάκμπα» που σημαίνει καταστροφή. Το 1967 ήρθε μια δεύτερη ανθρωπιστική καταστροφή, όταν το Ισραήλ κατέλαβε ολόκληρη την Ιερουσαλήμ και το σύνολο της ιστορικής Παλαιστίνης. Σαράντα χρόνια κατοχής έχουν περάσει από τότε, που σημαδεύονται από βία και δολοφονίες με σκοπό την επιβίωση του σιωνιστικού κράτους.

Τα γεγονότα της «Νάκμπα» και της δημιουργίας του Ισραήλ του 1948 πρέπει να γίνουν κατανοητά από όσους θέλουν να μάθουν τις ρίζες της ισραηλινο-παλαιστινιακής σύγκρουσης σήμερα.

Οι απαρχές του σιωνιστικού κινήματος βρίσκονταν στην Ευρώπη. Το κίνημα εμφανίστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα ως απάντηση στο δυνάμωμα του ρατσιστικού εθνικισμού και του αντισημιτισμού.

Η τραγωδία του Σιωνισμού ήταν πως ενώ πήρε ώθηση από την επιθυμία να ιδρύσει ένα εβραϊκό κράτος που θα ήταν καταφύγιο για τους καταπιεσμένους, οι ηγέτες του συνειδητοποίησαν ότι για να το κατορθώσουν αυτό, χρειάζονταν τη βοήθεια κάποιας ευρωπαϊκής κυβέρνησης.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή διαμόρφωσαν μια ιδεολογία που έφερε τον Σιωνισμό στην πρωτοπορία της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Αντί να έρθει σε ρήξη με τον ευρωπαϊκό ρατσιστικό εθνικισμό, ο Σιωνισμός έβαλε σκοπό του να τον εξάγει, με ένα εβραϊκό αποικιοκρατικό σχέδιο.

Ύστερα από μια έντονη συζήτηση στο εσωτερικό του, το σιωνιστικό κίνημα κατέληξε ότι ο καταλληλότερος τόπος για αυτό το σκοπό ήταν η Παλαιστίνη. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, μικρές ομάδες Εβραίων εποίκων άρχισαν να εγκαθίστανται εκεί.

Η κυβέρνηση της Βρετανίας, στην οποία οι Σιωνιστές υπόσχονταν ότι οι οικισμοί τους θα τη βοηθούσαν να εδραιώσει τον βρετανικό έλεγχο στα εδάφη που μόλις είχε καταλάβει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το 1917 έκανε μια δημόσια δήλωση με την οποία υποσχόταν να βοηθήσει τη δημιουργία «μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό» στην Παλαιστίνη.

Δυο μόλις χρόνια πριν, οι Βρετανοί αξιωματούχοι είχαν υποσχεθεί ότι η ίδια περιοχή θα αποτελούσε μέρος ενός αραβικού βασιλείου. Την ίδια στιγμή, στα παρασκήνια έκαναν μυστικές διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους για να χωρίσουν τις σφαίρες επιρροής τους στην περιοχή.

Η Βρετανία πήρε τον έλεγχο της Παλαιστίνης με τις συμφωνίες που ακολούθησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη μέθοδο της «εντολής» από τη Κοινωνία των Εθνών.

Στη διάρκεια των δυο επόμενων δεκαετιών μεγάλωνε ο αριθμός των Εβραίων μεταναστών που εγκαθίσταντο στη Παλαιστίνη. Το 1919 ο εβραϊκός πληθυσμός ανερχόταν στις 50.000-60.000 άτομα. Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 έφτασε περίπου τις 450.000.

Η κατάσταση στην Ευρώπη χειροτέρεψε με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την ένταση των ναζιστικών διώξεων εις βάρος των Εβραίων. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ενώ κατήγγειλαν στα λόγια τις διώξεις, έκλεισαν τα σύνορα στους απελπισμένους πρόσφυγες.

Τη γέννηση του κράτους του Ισραήλ τη στήριξαν και οι δυο υπερδυνάμεις. Οι ΗΠΑ και η Ρωσία ψήφισαν την απόφαση του ΟΗΕ για τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης και κατόπιν αναγνώρισαν το κράτος του Ισραήλ. Θεωρούσαν ότι με αυτό τον τρόπο θα επιτάχυναν την πτώση της βρετανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και αλλού.

Kατάληψη

Το «πράσινο φως» για την κατάληψη του μεγαλύτερου τμήματος της Παλαιστίνης από τους Σιωνιστές το έδωσε τον Νοέμβρη του 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όταν ψήφισε να χωριστεί η Παλαιστίνη στα δυο, σε ένα εβραϊκό και ένα παλαιστινιακό κράτος. Το σχέδιο της διχοτόμησης ήταν κραυγαλέα άδικο για τους Παλαιστίνιους.

Οι σιωνιστές ηγέτες στις δημόσιες ομιλίες τους καλωσόριζαν τη λύση των δυο κρατών. Στις ιδιαίτερες συζητήσεις τους, όμως, σχεδίαζαν την ανελέητη επίθεση στον άμαχο παλαιστινιακό πληθυσμό.

Ο Ντέηβιντ Μπεν Γκουριόν, ο πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, εξηγούσε στους επικεφαλής του Εβραϊκού Πρακτορείου τον Νοέμβρη του 1947 ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν μπροστά ένα σκοτεινό μέλλον: «Είτε θα συλληφθούν ομαδικά είτε θα απελαθούν – καλύτερα να τους απελάσουμε».

Από τον Δεκέμβρη του 1947 μέχρι τον Γενάρη του 1948 οι σιωνιστικές πολιτοφυλακές πραγματοποίησαν μια σειρά από ωμότητες σε παλαιστινιακά χωριά και γειτονιές.

Μια τέτοια επίθεση έγινε στο χωριό Κισάς της Γαλιλαίας στις 18 Δεκέμβρη 1947. Τα σιωνιστικά στρατεύματα άνοιξαν πυρ στο χωριό στη μέση της νύχτας, όταν οι κάτοικοί του κοιμόντουσαν. Δεκαπέντε άνθρωποι σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους πέντε παιδιά.

Στη Χάϊφα, από τις αρχές του Δεκέμβρη, οι σιωνιστικές δυνάμεις άρχισαν να πετάνε βαρέλια γεμάτα εκρηκτικά στις παλαιστινιακές γειτονιές. Έριχναν πετρέλαιο στους δρόμους και του έβαζαν φωτιά ενώ πολυβολούσαν τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να γλυτώσουν από τις φλόγες.

Ενόσω οι απελάσεις και οι σφαγές κλιμακώνονταν, η σιωνιστική ηγεσία συζήτησε και τελικά υιοθέτησε αυτό που έμεινε γνωστό ως Σχέδιο Νταλετ (από το γράμμα της εβραϊκής αλφαβήτου). Το σχέδιο περιλάμβανε σαφείς οδηγίες στους διοικητές της Χαγκάνα - του κυριότερου ένοπλου σιωνιστικού σώματος - για το πώς θα αντιμετωπίσουν τον παλαιστινιακό πληθυσμό:

«Αυτές οι επιχειρήσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν είτε με τη καταστροφή των χωριών (με εμπρησμούς, ανατινάξεις και τοποθέτηση ναρκών στα συντρίμμια τους) ιδιαίτερα των πληθυσμιακών κέντρων που θα είναι δύσκολο να ελεγχθούν μόνιμα, είτε πραγματοποιώντας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τη παρακάτω μέθοδο: περικύκλωση των χωριών, διεξαγωγή έρευνας. Σε περίπτωση που εκδηλωθεί αντίσταση, οι ένοπλες ομάδες πρέπει να εξοντωθούν και ο πληθυσμός να εκδιωχθεί εκτός των ορίων του κράτους».

Στις 10 Απρίλη 1948, περισσότεροι από 90 κάτοικοι του χωριού Ντέηρ Γιασίν σφαγιάστηκαν. Το ένα τρίτο ήταν βρέφη.

Αυτές οι τακτικές είχαν μια θανάσιμη λογική: οι αυτουργοί τους πίστευαν ότι θα τρομοκρατούσαν τους γείτονες των θυμάτων τόσο ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία του ξεριζωμού τους.

Η απόφαση του ΟΗΕ για τη διχοτόμηση ανάγκασε τις αραβικές κυβερνήσεις να επιτρέψουν σε ομάδες εθελοντών μαχητών να πάνε στην Παλαιστίνη για να υπερασπιστούν τον παλαιστινιακό πληθυσμό.

Ανάμεσα στον Δεκέμβρη του 1947 και τον Μάη του 1948, αυτές οι ομάδες ήταν ολιγάριθμες, απομονωμένη η μια από την άλλη, χωρίς να διαθέτουν επαρκή οπλισμό και ενιαία διοίκηση.

Όπως μάλιστα έχει επισημάνει ο ισραηλινός ιστορικός Αβι Σλάϊμ, οι τακτικές των δυο πλευρών ήταν πολύ διαφορετικές.

Οι Σιωνιστές εξασφάλισαν γρήγορα τους κυριότερους εβραϊκούς οικισμούς και εξαπέλυσαν πλήγματα σε περιοχές που είχαν οριστεί ως τμήμα του παλαιστινιακού κράτους, εκδιώκοντας συστηματικά τον παλαιστινιακό πληθυσμό.

Αντιθέτως, οι Άραβες μαχητές κρατούσαν μια πιο αμυντική στάση, προσπαθώντας να διατηρήσουν τον έλεγχο των παλαιστινιακών περιοχών ενώ σπάνια εξαπέλυαν αντεπιθέσεις στις ελεγχόμενες από τους σιωνιστές περιοχές. Όταν το Μάη του 1948 επέμβηκαν οι αραβικοί στρατοί, 250.000 Παλαιστίνιοι είχαν ήδη εκδιωχτεί από τις περιοχές τους.

Το Μάη του 1948 το σύνολο των ενόπλων δυνάμεων από τις αραβικές χώρες που βρίσκονταν στην Παλαιστίνη έφτανε τις 25.000 άνδρες. H πρόσφατη συγκροτημένη «Ισραηλινή Αμυντική Δύναμη» (ο στρατός του Ισραήλ) διέθετε 35.000 άνδρες.

Ο ισραηλινός στρατός σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να παρατάξει περισσότερα στρατεύματα στα πεδία των μαχών από 65.000 στα μέσα Ιούλη, τον Δεκέμβρη είχαν φτάσει τους 96.441.

Στις 15 Μάη 1948 ο Μπεν Γκουριόν διακήρυξε επίσημα την ίδρυση του Ισραήλ. Παράλληλα, οι απελάσεις και οι σφαγές συνέχισαν να κλιμακώνονται. Στις 22 Μάη σχεδόν 230 Παλαιστίνιοι δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ στη Ταντούρα και θάφτηκαν σε ένα ομαδικό τάφο.

Ο Γιτζχάκ Ράμπιν, που αργότερα θα γινόταν πρωθυπουργός του Ισραήλ, τον Ιούλη του 1948 ήταν επικεφαλής των στρατιωτικών επιχειρήσεων στις πόλεις Ράμλα και Λιντ.

Nερό

Ο ίδιος υπολόγισε ότι με τις ενέργειές του 50.000 Παλαιστίνιοι των περιοχών αυτών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Τους ανάγκασε να διασχίσουν την απόσταση μέχρι τη Δυτική Όχθη χωρίς τρόφιμα και νερό.

Στη διάρκεια των επόμενων μηνών ο αριθμός των Παλαιστίνιων προσφύγων έφτασε τις 850.000. Όλοι αυτοί οι τρομοκρατημένοι και εξαθλιωμένοι άνθρωποι στοιβάχτηκαν σε προχειροφτιαγμένα στρατόπεδα προσφύγων στο Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία, τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας.

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε ένα ψήφισμα για το δικαίωμα της επιστροφής αυτών των προσφύγων. Εξήντα χρόνια μετά οι απόγονοί τους περιμένουν ακόμα.

Η καταστροφή που χτύπησε τους Παλαιστίνιους του 1948 μπορεί να γίνει κατανοητή στα πλαίσια της συνολικότερης αναταραχής που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στην περιοχή. Ένας από τους παράγοντες που ώθησαν τόσο τις παλιές αποικιακές αυτοκρατορίες όσο και τις ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν ευνοϊκά το σιωνιστικό κίνημα, ήταν η ανάπτυξη ενός ισχυρού αντιμπεριαλιστικού κινήματος στη Μέση Ανατολή.

Όμως, η ανικανότητα και οι προδοσίες των Αράβων ηγετών έδειξαν πόσο καταστροφικό είναι να αφήνεται η μοίρα των Παλαιστίνιων στα χέρια ανθρώπων όπως ο βασιλιάς Αμπντουλάχ της Ιορδανίας ή ο βασιλιάς Φαρούκ της Αιγύπτου.

Ωστόσο, το 1948 δείχνει επίσης πως η παλαιστινιακή υπόθεση μπορεί να βάλει πυρκαγιά σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, δυναμώνοντας και ενώνοντας ένα μαζικό κίνημα ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τους ντόπιους συνεργάτες του.

Tζον Pόουζ, Aν Aλεξάντερ, Socialist Worker, Λονδίνο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου